Μπροστά στην Πύλη του Νότου σαν θα σταθείς, για τον δρόμο θα αναρωτηθείς.
Νοτόθεν του γυρισμού, μέσα στον καυτό ήλιο του μεσημεριού.
Πού είναι ο δρόμος; Ποιος είναι ο δρόμος; Όλα είναι δρόμος;
Με μια κόκκινη χλαίνη υπό μάλης, το μονοπάτι του ανηφοριού θα πάρει ένα πρωινό αστέρι που ξεπροβάλλει.
Ποιος είναι ο δρόμος; Από πού περνά; Από ποια λιμάνια, ποιους σταθμούς, ποια παρηγοριά;
Μπροστά στην Πύλη του Νότου σαν βρεθείς, στον Τροπικό του Καρκίνου θα σταθείς, με τον Αιγόκερω να σε κοιτάζει από ψηλά και τη νύχτα, την ξελογιάστρα, να σε καλεί με τη ματιά.
Όπου σταθείς και όπου βρεθείς, να ακολουθείς τη συμβουλή της Καλυψώς και από τα άγρια κύματα του Ποσειδώνα να διασωθείς.
Χωρίς θεό, χωρίς οικογένεια, χωρίς πατρίδα, σε άγρια νησιά, μόνος και έρημος θα ξεβραστείς.
Κράτησε την ανάμνηση και τη μνήμη μέσα στην καρδιά και πέταξε τη σχεδία, τη μαντήλα και όλα τα βαρίδια στη θάλασσα που αγρυπνά.
Ζητιάνος και όχι προφήτης, σε παλάτι θα βρεθείς. Μαρμαρωμένους βασιλιάδες, στο κοίταγμα της Μέδουσας, μην αναζητείς. Και με όλα τα πράγματα του μύθου θα βρεθείς κάτω από την εξουσία του Σκύλου.
Οι δρόμοι θα είναι γεμάτοι από αυτοκίνητα Mercedes και νέους πολιτευτάδες πονηρούς. Οι κερκίδες του γηπέδου θα ουρλιάζουν, τα καφενεία θα παίζουν νοσταλγικά playback μπλουζ του Δουλιχίου και οι άνθρωποι θα κυνηγούν τα Λουί Βιτόν της εποχής τους.
Θα χαιρετήσεις στη Βουλή με έναν χιτώνα απλό και ένα ραβδί. Και ένα παιδί θα σε ακολουθεί.
Αυτό θα σου δείχνει τον δρόμο. Αυτό θα σε οδηγεί.
Εκείνο που είχες μέσα στην καρδιά σου, μαζί με το πρωινό αστέρι.
Οι φίλοι σου δεν θα είναι πολλοί. Θα είναι σύντροφοι αληθινοί.
Κι όταν ο ήλιος του μεσημεριού ψηλά σε ηλιοστάσιο ανεβεί να χαιρετήσεις τον φύλακα του νησιού την Αθηνά, που στα ψηλά δωμάτια του νου κατοικεί.
Σαν βασιλιάς από αρχαίο μύθο, σαν ταξιδιώτης από αρχέγονο σύμπαν, σαν εξερευνητής από το Μέλλον.
Όταν μπροστά στην Πύλη του Νότου θα σταθείς, έξω από τη φυλακή του Μάτριξ θα βρεθείς.

